Ήταν Τρίτη 21 Αυγούστου του 2018, οκτώ χρόνια και τρεις μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου μεταξύ της Ελλάδας και των επίσημων πιστωτών της – και μία μέρα μετά τη λήξη του τρίτου και τελευταίου. Ο Αλέξης Τσίπρας, που οδήγησε τη χώρα στο τρίτο αυτό πρόγραμμα διάσωσης, μετά το χάος της «περήφανης διαπραγμάτευσης» και του δημοψηφίσματος του 2015, βρήκε ευκαιρία να πανηγυρίσει.

Ταξίδεψε λοιπόν στην Ιθάκη ως σύγχρονος Οδυσσέας και, με τις κατάφυτες πλαγιές και την ήρεμη θάλασσα ως φόντο, είπε στον ελληνικό λαό ότι «στην πατρίδα μας ξημερώνει μια καινούργια μέρα». Ήταν μια μέρα «ιστορική», το τέλος των μνημονίων «της λιτότητας, της ύφεσης και της κοινωνικής ερήμωσης», με τη χώρα να «ανακτά το δικαίωμά της να ορίζει αυτή τις τύχες και το μέλλον της».

Η µάλλον ρόδινη ερμηνεία της σημασίας του γεγονότος δεν ήταν η πτυχή του διαγγέλματος που προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις. Ο πρωθυπουργός συνέχισε λέγοντας ότι στα χρόνια των μνημονίων «η δημοκρατία ευτελίστηκε», καθώς «τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί» (σαφής αιχμή κατά του Λουκά Παπαδήμου). Υπονόησε δε σαφώς ότι το δημοκρατικό πολίτευμα βγήκε από τον γύψο όταν ανήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, καθώς από το 2015 και μετά οι άνθρωποι του μόχθου «δεν ήταν πια κλεισμένοι στο αμπάρι, χωρίς φωνή, χωρίς ελπίδα».

Στους μήνες πριν από την 20ή Αυγούστου, κυριάρχησε στην πολιτική αντιπαράθεση το ζήτημα της «καθαρής» ή μη εξόδου από το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης. Η κυβέρνηση επέμενε ότι, όταν έληγε το πρόγραμμα, δεν θα το διαδεχόταν μια προληπτική γραμμή πίστωσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθεροποίησης (ESM). Σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, με το ελληνικό ΑΕΠ ξανά σε αναπτυξιακή τροχιά και το κράτος να έχει αποκτήσει ξανά πρόσβαση στις αγορές, η Ελλάδα μπορούσε να ακολουθήσει την πορεία των άλλων πρώην μνημονιακών χωρών και να απαρνηθεί τις πατερίτσες ενός νέου ευρωπαϊκού προγράμματος. Την επιλογή της «καθαρής έξοδου» στήριξε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και ο ESM, γνωρίζοντας ότι καμία από τις κυβερνήσεις των σημαντικών πιστωτριών χωρών δεν ήθελε να ζητήσει από το κοινοβούλιό της να εγκρίνει –έστω και υπό αίρεση– νέα βοήθεια για την Ελλάδα.

Η πιο σημαντική φωνή κατά της επιμονής αυτής –μιας επιμονής που πήγαζε κυρίως από την αντίληψη της προπαγανδιστικής αξίας της «καθαρής εξόδου» για την κυβέρνηση– ήταν ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Ο κ. Στουρνάρας, στους μήνες έως τον Αύγουστο, τόνιζε με κάθε ευκαιρία ότι η προληπτική γραμμή θα επέτρεπε στην Ελλάδα να δανειστεί πιο φθηνά από τις αγορές και στις τράπεζες να δανείζονται πιο φθηνά από την ΕΚΤ. Η κυβέρνηση απαντούσε χαρακτη- ρίζοντάς τον αποτυχημένο πρώην υπουργό και θέτοντας ερωτήματα για τη σκοπιμότητα των παρεμβάσεών του. Οι πρώτοι μεταμνημονιακοί μήνες έχουν μάλλον δικαιώσει τον κ. Στουρνάρα και έχουν εκθέσει την κυβέρνηση. Μπορεί ο κ. Τσίπρας να απέφυγε τις περικοπές στις συντάξεις, αλλά ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου βυθίστηκε κατά 20% σε λιγότερο από τρεις μήνες, κυρίως λόγω της συντριβής της αξίας των τραπεζικών μετοχών (εν μέρει και εξαιτίας της ανεπαρκούς διαχείρισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων, για την οποία έχει ευθύνη και ο κεντρικός τραπεζίτης). Το επιτόκιο δανεισμού της χώρας για δεκαετή ομόλογα έχει να πέσει κάτω από το 10% από την 1η Αυγούστου, ενώ στα τέλη Νοεμβρίου άγγιξε τα υψηλά της χρονιάς. Η Ελλάδα –προσωρινά έστω– βρίσκεται αποκλεισμένη από τις αγορές. Οι ξένοι επενδυτές δεν ανανεώνουν καν τις θέσεις τους σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου. Εν τω μεταξύ, στην πρώτη μεταμνημονιακή της έκθεση για την Ελλάδα, στα τέλη Νοεμβρίου, η Κομισιόν σημείωνε ότι «υπάρχουν καθυστερήσεις για αρκετές συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις» από την πλευρά της Αθήνας. Το 2018 θα κλείσει, για μία ακόμα χρονιά, με υψηλότερο πλεόνασμα από τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ, αλλά με σημαντικά χαμηλότερη από την αρχικά προβλεπόμενη ανάπτυξη.

Έτσι εισέρχεται η ελληνική οικονομία στο πρώτο μεταμνημονιακό έτος: με την ανάκαμψη αναιμική, την πολιτική πόλωση και την κυβερνητική παροχολογία στα ύψη εν μέσω προεκλογικής περιόδου, και με ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους ύψους 15 δισ. ευρώ για το 2019.

Υπενθυμίζεται ότι το απόθεμα ρευστότητας είναι 26,6 δισ. ευρώ και ότι αποτελεί «μαξιλάρι ασφαλείας» μόνο στον βαθμό που δεν αναλώνεται. Παράλληλα, το διεθνές περιβάλλον θα παραμείνει εξαιρετικά ασταθές, διατηρώντας ψηλά την πιθανότητα ενός εξωγενούς σοκ. Συμπέρασμα;

Το τέλος του μνημονίου δεν ήταν η αρχή της ευημερίας για την Ελλάδα – και το νέο έτος θα δοκιμάσει σοβαρά την ικανότητά της να σταθεί στα πόδια της χωρίς τη στήριξη των επίσημων πιστωτών της.


kathimerini.gr