Αντ. Μαυρόπουλος: Πρόβλημα βαθιά κοινωνικό – πολιτικό η διαχείριση των απορριμμάτων

Η ιστορία της διαχείρισης απορριμμάτων στην Ελλάδα είναι εύκολο να συμπυκνωθεί σε λίγες λέξεις. Πρόκειται για μια ιστορία συστημικής και συστηματικής παρεξήγησης που ταυτίζει τη διαχείριση απορριμμάτων με την ανάπτυξη υποδομών – δημοσίων έργων και αγνοεί την κοινωνική της διάσταση. Πρόκειται για ένα στερεότυπο που αντιστοιχεί στην Ελλάδα των χωματερών του 1980-2000, αλλά είναι απολύτως ανεπαρκές για την κυκλική οικονομία και την ανάγκη μείωσης των αποβλήτων, το δικαίωμα στην επισκευή και στην επαναχρησιμοποίηση που αποτελούν την κορωνίδα και τη βασική προτεραιότητα όλων των σύγχρονων πολιτικών διαχείρισης στερεών αποβλήτων.

Είναι μια αντίληψη που βάζει μπροστά το άλογο και πίσω το κάρο: αντί οι (απολύτως αναγκαίες) υποδομές να σχεδιάζονται στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης (και γι’ αυτό τον λόγο κοινωνικά επικυρωμένης) διαχείρισης, έχουμε δημόσια έργα ή ακόμα και ΣΔΙΤ που συχνά δρομολογούνται εν κρυπτώ, διαστασιολογούνται με βάση τους διαθέσιμους και όχι τους αναγκαίους πόρους, συναντούν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις –διότι θεωρούν τη διαβούλευση πολυτέλεια– και κοστίζουν πολύ συνεισφέροντας λίγο, ενώ συχνά χρησιμοποιούνται και ως άλλοθι για την απουσία κάθε άλλης δραστηριότητας.

Η ιστορία της Πελοποννήσου είναι χαρακτηριστική, αλλά η Αττική είναι αδιάψευστος μάρτυρας για τα αδιέξοδα αυτής της λογικής: είκοσι χρόνια, δεκαπέντε μελέτες, επτά κυβερνήσεις και πέντε περιφερειακές διοικήσεις έχουν περάσει χωρίς να γίνει τίποτα άλλο παρά επεκτάσεις του ΧΥΤΑ Φυλής που διαιωνίζουν την ομηρία των εκατομμυρίων κατοίκων της Δυτικής Αττικής. Βασική αιτία: η απομόνωση των αναγκαίων υποδομών από το συστημικό τους πλέγμα και η προώθηση «μεγάλων έργων» χωρίς το ολοκληρωμένο κοινωνικό, οικονομικό, διοικητικό και νομικό τους πλαίσιο.

Αν θέλουμε να αλλάξουμε ρότα οφείλουμε να δημιουργήσουμε συστήματα διαχείρισης με τέσσερις ισότιμους πυλώνες: Πρώτος, η προστασία της υγείας και του φυσικού περιβάλλοντος με ασφαλείς χώρους τελικής διάθεσης και επεξεργασίας. Δεύτερος, η διαλογή των ανακυκλώσιμων υλικών στην πηγή με έμφαση στην καθαρότητα και όχι μόνο στην ποσότητα αυτών. Τρίτος και κομβικός, ο διαχωρισμός του οργανικού κλάσματος που είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό και η αξιοποίησή του για τη δημιουργία κομπόστ (οργανικό λίπασμα), κάτι αναγκαίο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που παρουσιάζει ανησυχητικά συμπτώματα ερημοποίησης. Και τέλος, η πρωτοβουλία, τα κίνητρα και τα χειροπιαστά οφέλη για όσους (δήμους ή πολίτες) πρωτοστατούν στην επαναχρησιμοποίηση, στη μείωση, στην ανακύκλωση και στην ανάκτηση. Το σχετικά πρόσφατο θεσμικό πλαίσιο ανοίγει τον δρόμο σε όσους το επιθυμούν.

Αν, όμως, δεν κερδίσεις την εμπιστοσύνη του κόσμου, όλα τα παραπάνω είναι μετέωρα. Διότι και οι τοπικές κοινωνίες δικαιούνται απόλυτα να αντιδρούν σε «λύσεις» που αποφασίζονται ερήμην τους. Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο, το πρόβλημα της διαχείρισης απορριμμάτων στη χώρα είναι πρόβλημα βαθιά κοινωνικό – πολιτικό και η τεχνική του διάσταση η πλέον εύκολη. Οσο αυτό αγνοείται από το πολιτικό προσωπικό, οι λύσεις θα παραμένουν μακρινές και φρούδες ελπίδες.

* Ο κ. Αντώνης Μαυρόπουλος είναι πρόεδρος της Διεθνούς Ενωσης Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ISWA).

kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση