Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική αυτοκτονία: Ο παικταράς που χάθηκε γιατί δεν άντεχε να μείνει «καθαρός»

«Ημεγάλη μου μέρα ήρθε και πέρασε. Και δεν ξέρω πώς. Επειδή δεν ήρθε με την έλευση της αυγής, ούτε έφυγε μαζί με το δειλινό». Σε αυτές τις φράσεις, του Ιταλοαργεντίνου ποιητή Αντόνιο Πόρτσια, θα μπορούσε να συνοψίζεται η καριέρα του ποδοσφαιριστή που διέψευσε όσο κανείς άλλος τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει το εκκωφαντικό ταλέντο του.

Για τον Αντριάνο Λέιτε Ριμπέιρο η άνοδος και η καταξίωση ήρθαν και παρήλθαν με τη διάρκεια θαρρείς που χρειάζεται για να ανατείλει και να δύσει ο ήλιος.

Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης

Μια διαδρομή από τη μιζέρια στη δόξα και από εκεί τάχιστα στα έγκατα του αυτοεξευτελισμού. Στα 22 του ήταν ο σταρ της Εθνικής Βραζιλίας που την οδηγούσε με 7 γκολ σε 6 αγώνες στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα (2004). Στα 28 του ένας ξοφλημένος, που επέστρεφε στις φαβέλες του Ρίο για να επιδοθεί σε πάσης φύσεως ασωτίες: με αλκοόλ, πόρνες, συμμορίες, ακόμα και κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών.

Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική αυτοκτονία: Ο παικταράς που χάθηκε γιατί δεν άντεχε να μείνει «καθαρός»

Αν ο χαρακτηρισμός «δαιμονισμένος άγγελος» θα μπορούσε να αποδοθεί αυθαίρετα σε έναν αθλητή, ο Αντριάνο έκανε τα πάντα για να τον δικαιολογήσει. H κορυφή (του) ήταν ταυτόχρονα και το χείλος της αβύσσου.

«Με φόβιζε πάρα πολύ ότι προερχόταν από τις φαβέλες. Οι φαβέλες της Βραζιλίας είναι ίδιες με εκείνες της Αργεντινής. Έχω δει τους όποιους κινδύνους. Ξέρω πως είναι πολύ πονηρό το να έχεις τα πάντα ενώ πιο παλιά δεν είχες τίποτα. Κάθε μέρα μετά το τέλος της προπόνησης τον ρώταγα τι σκόπευε να κάνει αργότερα, γιατί δεν ήθελα να μπλέξει πουθενά αλλού», είχε είπε ο εμβληματικός πρώην αρχηγός της Ιντερ, Χαβιέρ Ζανέτι. Χαρακτήρισε παράλληλα ως «τη μεγαλύτερη ήττα της καριέρας μου» το ότι «δεν τον έσωσα από την κατάθλιψη», την οποία αποδίδει σε ένα συγκεκριμένο γεγονός.

«Ο Αντριάνο είχε πολύ στενή σχέση με τον πατέρα του. Ήταν πολύ δεμένοι. Πριν την έναρξη ενός αγώνα συνέβη κάτι φριχτό. Ο Αντριάνο έμαθε από το τηλέφωνο ότι ο πατέρας του είχε φύγει από τη ζωή. Ήμουν στο δωμάτιο εκείνη την ώρα τον είδα να πετάει το τηλέφωνο με τόση δύναμη στον τοίχο που το έκανε κομμάτια. Μετά ούρλιαξε πολύ δυνατά. Δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο! Και σήμερα, όταν θυμάμαι αυτή τη σκηνή ανατριχιάζω».

Αν για όλα σε αυτό τον κόσμο υπάρξει μία εξήγηση, για τον Αντριάνο ο αιφνίδιος χαμός του πιο αγαπημένου του προσώπου αποτέλεσε την αρχή του τέλους σε μια καριέρα που προοριζόταν να τον συμπεριλάβει στο πάνθεον των κορυφαίων. Ο επιθετικός από το Ρίο ντε Τζανέιρο διέθετε τα πάντα σε πλεόνασμα. Δύναμη, ταχύτητα, τεχνική κατάρτιση, εκτελεστική δεινότητα.

Το «πακέτο» παρέπεμπε σε ένα «τέρας» της φύσης, οι συγκρίσεις με το «φαινόμενο» – τον συμπατριώτη του Ρονάλντο – έμοιαζαν επιβεβλημένες. Κανείς άλλος καθαρόαιμος φορ στο παρελθόν δεν εκτελούσε με τέτοια ευχέρεια και δύναμη από μακρινή απόσταση. Ίσως ο πιο προικισμένος απ’ όλους. Το αριστοκρατικό στιλ του, με αιχμή του δόρατος το «φονικό» αριστερό πόδι, του απένειμε το προσωνύμιο «αυτοκράτορας». Όταν είχε τα κέφια του, έμοιαζε αδύνατον για κάθε αντίπαλο να τον σταματήσει. Ανήμποροι δε, τυχεροί δε που θαύμαζαν live τα αριστουργήματά του.

Και τότε, που έμοιαζε να έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του, συνέβη το μοιραίο. Ο πατέρας του υπέστη τον Αύγουστο του 2004 καρδιακή προσβολή μόλις στα 44 χρόνια του.

«Από εκείνη την ημέρα και έπειτα, εγώ και ο πρόεδρος Μάσιμο Μοράτι τον είχαμε σαν τον μικρό μας αδελφό. Εκείνος συνέχισε να σημειώνει μερικά απίθανα γκολ και σε όλα να δείχνει με τα χέρια του ψηλά τον ουρανό. Από τότε και στο εξής όμως τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Δεν καταφέραμε να τον βγάλουμε από το αδιέξοδο και τη κατάθλιψη και αυτό με κάνει μέχρι σήμερα να νιώθω τόσο αδύναμος», προσθέτει ο Ζανέτι, που συνυπήρξε για μια εξαετία στο Μιλάνο με τον Αντριάνο, κατακτώντας παρέα τέσσερα πρωταθλήματα.

«Ήταν αυτός που πάντα με υποστήριζε και συνέβαλε καθοριστικά να φτάσω εκεί που έφτασα. Όταν ήμουν στο γήπεδο έπαιζα και για εκείνον», είχε πει ο Αντριάνο για τον «προστάτη» της ζωής του. Χωρίς αυτόν ένιωθε άδειος. Και ήταν. Δεν είχε τον τρόπο να διαχειριστεί τη ραγδαία ανέλιξη από τις φτωχογειτονιές του Ρίο στο βδομαδιάτικο των 90.000 ευρώ, ως σούπερ σταρ της Serie A.

Το «σοκ» δεν είχε άμεσο αντίκτυπο στην καριέρα του. Η σεζόν 2004-05 ήταν ένα σαφές δείγμα για το που θα μπορούσε να φτάσει αν παρέμενε αφοσιωμένος στο ποδόσφαιρο. Στα 23 χρόνια του πέτυχε 28 γκολ σε 42 συμμετοχές με την Ιντερ, τα εφτά εκ των οποίων στο Τσάμπιονς Λιγκ. Έβαλε άλλα 11 με την Εθνική Βραζιλίας, οδηγώντας την στην κατάκτηση του Confederations Cup (2005). Το εκπληκτικό γκολ του κόντρα στην Εθνική μας ακολούθησαν δύο στον ημιτελικό με τη Γερμανία και ισάριθμα στον τελικό με την Αργεντινή. Πέραν του βραβείου του πρώτου σκόρερ, παρέλαβε και αυτόν του MVP του τουρνουά.

Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική αυτοκτονία: Ο παικταράς που χάθηκε γιατί δεν άντεχε να μείνει «καθαρός»

Η κατάθλιψη ωστόσο του χτυπούσε ήδη την πόρτα. Η επόμενη σεζόν ήταν δραματικά κατώτερη σε επιδόσεις, καθώς από το Γενάρη του 2006  ξεκίνησαν τα προβλήματα με το αλκοόλ. Αφίχθη ως βασικός με την Εθνική Βραζιλίας στη Γερμανία για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006, αλλά απέτυχε να κάνει τη διαφορά. Έκτοτε, η πτώση ήταν διαρκής. Η Ίντερ έδειξε υπομονή, κάνοντας πολλάκις τα στραβά μάτια. Ήλπιζε στον συνετισμό και τη μεταστροφή του, ο Αντριάνο όμως είχε χάσει ήδη το μίτο στο λαβύρινθο της αυτοκαταστροφής.

Το 2008 δόθηκε δανεικός στη Σάο Πάουλο και το 2009 παραχωρήθηκε στην ομάδα που τον ανέδειξε, τη Φλαμένγκο, όπου καταγράφηκε η τελευταία αναλαμπή του. Ενδιάμεσα τον εμπιστεύτηκε ο Ζοσέ Μουρίνιο, που στο μεταξύ είχε αναλάβει την Ιντερ, φιλοδοξώντας ότι θα ήταν αυτός που θα τον βοηθούσε να αναγεννηθεί. Ο Αντριάνο σκόραρε κόντρα στον Παναθηναϊκό και την Ανόρθωση για το Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά ύστερα από ένα ματς με την Εθνική Βραζιλίας, δεν επέστρεψε… ποτέ στο Μιλάνο.

Ήταν τότε που ο Πορτογάλος δήλωσε με έκδηλο προβληματισμό στους δημοσιογράφους ότι «δεν ανησυχούμε για τον παίκτη, αλλά για τον άνθρωπο Αντριάνο». Το κεφάλαιο Ιντερ ολοκληρώθηκε με τον πιο άδοξο τρόπο. Ο παίκτης διεμήνυσε ότι δεν αισθάνεται ευτυχισμένος μακριά από την πατρίδα του και τα αγαπημένα του πρόσωπα, αξιώνοντας την επιστροφή του στη Βραζιλία. Για την ακρίβεια δεν αισθάνθηκε ποτέ ευτυχισμένος μετά την απώλεια του πατέρα του…

Στη Φλαμένγκο έκανε την τελευταία φιλότιμη προσπάθεια ανάκαμψης. Με 19 γκολ πρωταγωνίστησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος, παρθενικού για την ομάδα του Ρίο μετά το 1992.

Η επιστροφή στην Ιταλία για λογαριασμό της Ρόμα το 2010 αποδείχτηκε το μεγαλύτερο λάθος, καθότι εκεί γράφτηκε ουσιαστικά ο επίλογος της καριέρας του. Στο μεγαλύτερο ίσως μεταγραφικό φιάσκο της σύγχρονης ποδοσφαιρικής ιστορίας, ο Αντριάνο υπέγραψε τριετές συμβόλαιο αντί 5 εκατ. ευρώ ετησίως και αποχώρησε από την αιώνια πόλη ύστερα από εφτά μήνες και μόλις πέντε συμμετοχές.

Από τότε και έως σήμερα ο άνθρωπος που χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο της πατρίδας του ως «η μεγαλύτερη «αυτοκτονία» παίκτη, μετά τον Γκαρίντσα» κλέβει τους τίτλους των Μ.Μ.Ε. μόνο με αρνητικό τρόπο. Προσπάθησε να παίξει ξανά μπάλα στην Κορίνθιανς (2011-12), την Ατλέτικο Παραναένσε (2014) και εσχάτως (2016) στο Μαϊάμι, αλλά η εξάρτηση από το αλκοόλ και οι συναναστροφές με τον υπόκοσμο αποτελούν πια το alter ego ενός «Ντόριαν Γκρέι» του αθλητισμού.

Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική αυτοκτονία: Ο παικταράς που χάθηκε γιατί δεν άντεχε να μείνει «καθαρός»

Το 2015 γράφτηκε ότι ξόδεψε 18.000 δολάρια για να πάρει μαζί του και τις 18 ιερόδουλες ενός οίκου ανοχής. Νωρίτερα είχε κατηγορηθεί για τη δολοφονία μιας κοπέλας στο αυτοκίνητο του, αλλά και για διακίνηση ναρκωτικών ως μέλος μίας από τις σκληρότερες συμμορίες του Ρίο, την επονομαζόμενη «Red Command».

Πριν από δυο χρόνια φωτογραφήθηκε παρέα με γκάνγκστερς στη φαβέλα, όπου πιστεύεται ότι ζoύσε τότε αδέκαρος, επιδεικνύοντας ένα αυτόματο ΑΚ 47. Η εν λόγω συμμορία εμπλέκεται σε πολλές υποθέσεις δολοφονιών και εμπορίου λευκής σαρκός, όπλων και ναρκωτικών.

Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική αυτοκτονία: Ο παικταράς που χάθηκε γιατί δεν άντεχε να μείνει «καθαρός»

Τον Οκτώβρη του 2017 ανακοίνωσε ότι θέλει να επιστρέψει στα γήπεδα και να κάνει μια νέα αρχή «καθαρός» από τις αμαρτίες του παρελθόντος. Η άμμος στην κλεψύδρα της καριέρας του όμως έχει αρχίσει να τελειώνει. Δεν είναι ένας και δυο οι άνθρωποι που έχουν πετάξει στα σκουπίδια το εξωπραγματικό χάρισμα που συνόδευσε την άφιξη τους σε αυτόν τον κόσμο. Λίγοι όμως, είχαν την ευλογία ταλέντου, ανάλογου με εκείνου του Αντριάνο Λέιτε Ριμπέιρο.

Και ακόμα λιγότεροι όσοι μετά την απότομη πτώση, διάβηκαν, τυφλά, έναν κατήφορο δίχως τέλος. Η δική του μεγάλη μέρα ήταν τόσο φωτεινή, που «ανέδειξε» σε εκτυφλωτικό το σκοτάδι όσων ακολούθησαν…

menshouse.gr

Αφήστε μια απάντηση