Μετωπική του Τραμπ με τους Δημοκρατικούς

Η 25η Ιουλίου ξημέρωσε με καλούς οιωνούς για τον Ντόναλντ Τραμπ. Μία ημέρα νωρίτερα, ο Ρόμπερτ Μιούλερ, ειδικός ανακριτής για τη θρυλούμενη ρωσική ανάμειξη στις εκλογές του 2016, είχε τελειώσει την κατάθεσή του στο Κογκρέσο χωρίς να προσκομίσει κάποιο αδιαμφισβήτητο ενοχοποιητικό στοιχείο για τον πρόεδρο. Οι Δημοκρατικοί ήταν απογοητευμένοι, καθώς η πολύκροτη υπόθεση έμπαινε στο αρχείο και το ενδεχόμενο παραπομπής του Τραμπ με το ερώτημα της καθαίρεσης εξοστρακιζόταν στις ελληνικές καλένδες. Αλλά ο 45ος πρόεδρος της Αμερικής απέδειξε για νιοστή φορά ότι δεν έχει δεινότερο αντίπαλο από τον ίδιο τον εαυτό του, διαπράττοντας το πιο ασυγχώρητο λάθος της σύντομης πολιτικής του καριέρας.

Στις 9.03 π.μ. σήκωσε το τηλέφωνο από την αίθουσα διαχείρισης κρίσεων, παρουσία και άλλων αξιωματούχων, για να συνομιλήσει με τον Ουκρανό ομόλογό του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και να του ζητήσει «μία χάρη»: να ερευνήσει υποτιθέμενα σκάνδαλα του Δημοκρατικού τέως αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, ίσως του πλέον αξιόμαχου αντιπάλου του στις προεδρικές εκλογές του 2020, και του γιου του Χάντερ, ο οποίος διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ουκρανικής εταιρείας φυσικού αερίου. Η υπόθεση βγήκε στο φως χάρη σε καταγγελία αναλυτή της CIA και ώθησε τη Δημοκρατική πρόεδρο της Βουλής Νάνσι Πελόσι, η οποία μέχρι τότε ήταν επιφυλακτική, να διαβεί τον Ρουβίκωνα και να ξεκινήσει έρευνα για την παραπομπή του προέδρου.

Ερμηνεία

Πώς να εξηγήσει κανείς μια τόσο αυτοκαταστροφική συμπεριφορά; Αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ δεν μπορεί να χωνέψει την αμφισβήτηση της νίκης του, το 2016, και ότι του έχει γίνει έμμονη ιδέα να συντρίψει όλους όσοι ενεπλάκησαν στις εναντίον του έρευνες. Υπό αυτό το πρίσμα, ζήτησε τις προάλλες ανάλογη «χάρη» από τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, στη χώρα του οποίου ο υιός Μπάιντεν είχε επίσης επιχειρηματικές δραστηριότητες, αλλά και από τον Αυστραλό πρωθυπουργό Σκοτ Μόρισον, αυτή τη φορά για την έρευνα Μιούλερ.

Αλλοι εκτιμούν πως ο Τραμπ δεν φοβάται την παραπομπή, υπολογίζοντας ότι θα αποβεί εις βάρος των αντιπάλων του, όπως είχε στραφεί εις βάρος των Ρεπουμπλικανών η παραπομπή του Κλίντον για την υπόθεση Λεβίνσκι. Ωστόσο, η παραπομπή του Κλίντον για ένα θέμα της προσωπικής του ζωής δεν μπορεί να συγκριθεί με το ατόπημα ενός προέδρου ο οποίος χρησιμοποιεί κατά συρροήν τη δύναμη του αξιώματός του και της χώρας που αντιπροσωπεύει για να εκβιάσει ξένους ηγέτες, με στόχο να «λερώσει» πολιτικούς του αντιπάλους.

Αλλωστε, η υστερική αντίδραση του Τραμπ στα τεκταινόμενα ακτινοβολεί οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτοπεποίθηση. Την περασμένη Τετάρτη, ο Αμερικανός πρόεδρος, έχοντας δίπλα του στον Λευκό Οίκο τον ηγέτη της Φινλανδίας, μίλησε με γλώσσα πεζοδρομίου για τον Ανταμ Σιφ, τον Δημοκρατικό πρόεδρο της επιτροπής του Κογκρέσου που έχει τον πρώτο λόγο για την έρευνα, χαρακτηρίζοντάς τον «απόβρασμα», ενώ προηγουμένως είχε αναρωτηθεί εάν έπρεπε να συλληφθεί.

Ο πληροφοριοδότης και όσοι τον βοήθησαν χαρακτηρίστηκαν από τον πρόεδρο «προδότες», οι οποίοι τον παλιό καλό καιρό εκτελούνταν, σαν το ζεύγος Ρόζενμπεργκ που οδηγήθηκε στην ηλεκτρική καρέκλα. Οσο για την παραπομπή του, είναι «πραξικόπημα», που μπορεί να οδηγήσει σε «εμφύλιο πόλεμο». Το παραλήρημα δεν έχει τέλος.  Αν και ο Τραμπ στριμώχθηκε μόνος του στη γωνία του ρινγκ, δεν είναι βέβαιο ότι το εγχείρημα των αντιπάλων του θα τελεσφορήσει. Για να καθαιρεθεί ο πρόεδρος, πρέπει να το ψηφίσουν τα δύο τρίτα της Γερουσίας, δηλαδή 67 γερουσιαστές, ενώ οι Δημοκρατικοί έχουν μόνο 47. Στο μεταξύ, οι Δημοκρατικοί έχουν τα δικά τους προβλήματα. Η ουκρανική και, εσχάτως, η κινεζική υπόθεση βλάπτουν και τον 74χρονο Μπάιντεν, ενώ ένας άλλoς από τους επικρατέστερους προεδρικούς υποψηφίους τους, ο 76χρονος Μπέρνι Σάντερς, αναγκάστηκε να αναστείλει την εκστρατεία του λόγω καρδιακού προβλήματος.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Αμερική βαδίζει προς τις εκλογές του 2020 σε ατμόσφαιρα οξύτατης πόλωσης, η οποία μπορεί να λάβει εκρηκτικές διαστάσεις όσο πλησιάζουμε προς την κρίσιμη συνεδρίαση της ολομέλειας της Βουλής για την παραπομπή. Ο χρόνος θα δείξει εάν το φθινόπωρο της εποχής Τραμπ έχει ήδη ξεκινήσει.

kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση