Ερευνα για την εκπαίδευση: Πολλά πτυχία, λίγες δουλειές

Η Ελλάδα έχει τους περισσότερους φοιτητές στην Ευρώπη. Ο λόγος είναι γνωστός: τα πτυχία είναι ισχυρό όπλο κατά της ανεργίας, η οποία πάντως στην Ελλάδα είναι υψηλή λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα. Το 2018 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στους πτυχιούχους ΑΕΙ 25-39 ετών (19,9%) μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από την άλλη, οι απόφοιτοι ΑΕΙ έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να βρουν δουλειά συγκριτικά με τους συνομηλίκους χωρίς πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο, οι αριθμοί δείχνουν ότι στην Ελλάδα εισάγονται πολλοί στα πανεπιστήμια αλλά αποφοιτούν συγκριτικά λίγοι. Αυτό οφείλεται και στην ύπαρξη των «αιωνίων» φοιτητών. Ενα πρόβλημα που οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν, φοβούμενες το πολιτικό κόστος και την αναταραχή στα ΑΕΙ. Βέβαια, η ύπαρξη των «αιωνίων» επιβαρύνει τις στατιστικές της Ελλάδας, και είναι ενδεικτικό ότι η χώρα μας έχει μακράν τη χειρότερη αναλογία φοιτητών ανά διδάσκοντα.

Ειδικότερα, η ετήσια έκθεση της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ), που κατατέθηκε στο προεδρείο της Βουλής και δημοσιοποιήθηκε χθες από το υπουργείο Παιδείας, αποτελεί πανόραμα των θετικών αλλά και των παθογενειών της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ενδεικτικά, με βάση τα στοιχεία του 2017, προκύπτουν μεταξύ άλλων τα εξής:

• Αναλογικά με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας, η Τουρκία διαθέτει τους περισσότερους φοιτητές μεταξύ των χωρών που αξιολογεί η έκθεση (9,02%). Αντίστοιχα, η Ελλάδα φέρεται να έχει το υψηλότερο (6,83%) συγκριτικά πλήθος εγγεγραμμένων φοιτητών. Το ποσοστό της Ελλάδος είναι πολύ πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε., ο οποίος υπολογίζεται στο 3,87%.

• Η χώρα μας έχει το χαμηλότερο ποσοστό αποφοίτων επί των φοιτητών (9,41%) έναντι 24,15% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό σημαίνει ότι εισέρχονται πολλοί αλλά αποφοιτούν λιγότεροι σε σχέση με όσους εισέρχονται. Μιλώντας στην «Κ» για την έκθεση, ο πρόεδρος της ΑΔΙΠ, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών κ. Παντελής Κυπριανός, απέδωσε το πολύ χαμηλό ποσοστό της Ελλάδος στην ύπαρξη των «αιώνιων» φοιτητών στα ελληνικά ΑΕΙ, οι οποίοι στρεβλώνουν την εικόνα. Ωστόσο, το ζήτημα των «αιωνίων» στην Ελλάδα δεν έχει αντιμετωπιστεί παρότι υπάρχουν λύσεις, όπως ενδεικτικά η ύπαρξη χρονικού ορίου για την ολοκλήρωση των σπουδών αλλά και η δυνατότητα για part-time σπουδές (το μοντέλο έχει εφαρμοστεί στην Κύπρο).

• Εντυπωσιακά κακή είναι η αναλογία φοιτητών/διδασκόντων στην Ελλάδα. Στη χώρα μας είναι 38,7, 13 μονάδες μεγαλύτερη της αναλογίας στην Τουρκία (25,6) και υπερδιπλάσια της μέσης ευρωπαϊκής αναλογίας (15,4). Η αναλογία θα ήταν μικρότερη εάν εγγράφονταν μόνο οι ενεργοί φοιτητές.

• Στην Ελλάδα οι περισσότεροι φοιτητές επιλέγουν επιστήμες της μηχανικής, των κατασκευών και της δόμησης (21,84%), ενώ στη δεύτερη θέση με 20,44% (και σε αντίθεση με τον μέσον όρο των χωρών της Ε.Ε.) βρίσκονται οι επιστήμες της διοίκησης επιχειρήσεων και των νομικών σπουδών. Στην Ευρώπη οι νέοι επιλέγουν πρώτα τις σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων και στη νομική και κατόπιν στη μηχανική, ενώ ακολουθούν οι επιστήμες υγείας. Στην Ελλάδα οι επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας ναι μεν είναι οι πλέον περιζήτητες (και δη οι ιατρικές σχολές), αλλά ως προς το πλήθος των υποψηφίων που τις επιλέγει, κατατάσσονται στην έκτη θέση με ποσοστό 7,84%.

Σπανίζουν οι 35άρηδες στις έδρες των ΑΕΙ



Ενας στους δύο πανεπιστημιακούς (ακριβές ποσοστό 53,93%) στην Ελλάδα είναι μεταξύ 35 και 49 ετών.

Λίγοι νέοι ακαδημαϊκοί βρίσκονται στα έδρανα των ελληνικών ΑΕΙ. Η Ελλάδα μαζί με τη Σλοβενία έχουν τους λιγότερους διδάσκοντες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με ηλικία κάτω των 35 ετών· το ποσοστό για την Ελλάδα είναι 3,99% και για τη Σλοβενία 3,91%. Το ιδιαίτερα μικρό ποσοστό νέων διδασκόντων (το αμέσως επόμενο είναι 8,76% της Ελβετίας, ενώ η πλειονότητα των χωρών έχει πάνω από 10%) δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη διορισμών τα τελευταία χρόνια λόγω της δημοσιονομικής λιτότητας. Αποδίδεται και στο γεγονός ότι οι πύλες των ελληνικών πανεπιστημίων είναι δύσκολα προσβάσιμες στους νεότερους κατόχους διδακτορικού, αφού συνήθως οι μεγαλύτερης ηλικίας υποψήφιοι έχουν χτίσει ένα καλύτερο και πιο ανταγωνιστικό ακαδημαϊκό προφίλ. Η μη ανανέωση του ακαδημαϊκού σώματος στην Ελλάδα από νέους επιστήμονες τονίζεται εμφατικά από τα ποσοστά των άλλων χωρών. Ενδεικτικά, στη Γερμανία το 42,06% του διδακτικού προσωπικού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι κάτω των 35 ετών. Επίσης στην Τουρκία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 38,82%.

Αλλωστε είναι ενδεικτικό ότι ο ένας στους δύο πανεπιστημιακούς (ακριβές ποσοστό 53,93%) στην Ελλάδα είναι μεταξύ 35 και 49 ετών. Το ποσοστό της Ελλάδας είναι το δεύτερο μεγαλύτερο μετά το 54,74% της Ρουμανίας.

«Ανδροκρατία»

Από την άλλη, το σώμα των πανεπιστημιακών στην Ελλάδα ανδροκρατείται. Η χώρα μας έχει το υψηλότερο ποσοστό ανδρών διδασκόντων ΑΕΙ (65,71%), αρκετά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος υπολογίζεται σε 57,22%. Ως προς τις υπόλοιπες χώρες, τα ποσοστά των ανδρών ξεπερνούν το 60% στην Ελβετία (64,49%), στη Μάλτα (64,21%), στην Ιταλία (62,91%) και στη Γερμανία (60,70%). Στον αντίποδα, οι γυναίκες υπερτερούν αριθμητικά των ανδρών σε τέσσερις μόνο χώρες, στη Λιθουανία (56,67%), τη Λετονία (56,35%), τη Φινλανδία (51,88%) και τη Ρουμανία (50,85%).

Το διδακτικό προσωπικό στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας μας είναι 18.968 άτομα (η έκθεση κάνει διάκριση ανάμεσα σε διδάσκοντες πανεπιστημίων και ΤΕΙ, ωστόσο αυτός ο διαχωρισμός δεν ισχύει μετά τη συγχώνευση των ΤΕΙ από πανεπιστήμια), εκ των οποίων οι περισσότεροι πλήρους απασχόλησης (80,8%) και το υπόλοιπο 19,2% μερικής απασχόλησης.

Μιλώντας στην «Κ», ο πρόεδρος της ΑΔΙΠ, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, Παντελής Κυπριανός, εστίασε και στην πιστοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων· διαδικασία που έχει προχωρήσει στα ευρωπαϊκά συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μέχρι την ολοκλήρωση της έκθεσης είχαν πιστοποιηθεί 12 ιδρύματα από τα 24 και ακόμη εννέα μεμονωμένα τμήματα. Σύμφωνα με τον κ. Κυπριανό, τα πρώτα συμπεράσματα δείχνουν ότι τα ιδρύματα πρέπει να αναπτύξουν στρατηγική με σαφείς στόχους, ενώ πρέπει να εστιάσουν και στη φοιτητοκεντρική μάθηση. Παράλληλα, επισημαίνεται η χαμηλή συμμετοχή των φοιτητών στις διαδικασίες πιστοποίησης, κυρίως λόγω των αντιδράσεων από μερίδα παρατάξεων, παρότι  πιστοποίηση πραγματοποιείται με στόχο τη βελτίωση του ακαδημαϊκού έργου.

kathimerini.gr