Κόρη μου μου, ξεχωριστή και Πολυαγαπημένη. 

Κάθομαι στην όμορφη παραλία της Αμφιλοχίας και παρακολουθώ τον κόσμο και τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονται στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Είμαι ήρεμος και η σκέψη μου καθαρή, ξετυλίγει το χρόνο που πέρασε και έφερε τη ζωή μας ανάποδα. Εγώ, μικρός και κάθε μέρα όλο και πιο μικρός και συ κόρη μου μεγάλη, α μεγαλώνεις κάθε μέρα σαν το ψηλό δεντρί. Οι σκέψεις μου πολλές και ανάκατες, δεν με μπέρδεψαν όμως, γιατί είχαν ζωντάνια και βαθιές αξίες.

Θυμάμαι, όταν σε πήρα αγκαλιά μικρή, η καρδιά μου γέμισε από ευτυχία και χαρά, γι’ αυτό και σου ζητώ τώρα που τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν και δεν μπορώ να κρατήσω το βάρος της αγάπης μη μου θυμώσεις. Δεν φταίω εγώ, αλλά ο χρόνος που μου πήρε τη ζωντάνια. 

Θυμάμαι που σου διάβαζα στο προσκεφάλι σου παραμύθια, μέχρι να σε πάρει στην αγκαλιά του ο ύπνος, γι’ αυτό και σου ζητώ, τώρα που έχω χιόνια στα λιγοστά μου μαλλιά, μη με μαλώσεις αν έχω ανήσυχο ύπνο. Δεν φταίω εγώ, αλλά ο χρόνος που μου πήρε τη ζωντάνια. 

Θυμάμαι, που ερχόσουνα στο σπίτι λερωμένη από τα ανέμελα παιχνίδια. Δε σε μάλωσα, σου χάιδευα τα μαλλάκια με αγάπη και μάτια βουρκωμένα από ευτυχία, γι’ αυτό και σου ζητώ, όταν λερωθώ στο φαγητό μη με αποπάρεις. Δεν φταίω εγώ, αλλά ο χρόνος που μου πήρε τη ζωντάνια.

Αν μια μέρα βαδίζουμε σε δρόμο και τα πόδια δεν ακούνε στη θέλησή μου, μη με κοιτάξεις νευριασμένα σαν να είμαι βάρος. Δως μου το δυνατό σου χέρι να στηριχθώ, για να φτάσουμε στο σπίτι, όπως έκανα εγώ, μέχρι να μάθεις τα πρώτα βήματα. 

Αν μια μέρα σου πω άσχημες κουβέντες και άπρεπα λόγια, μη μου κρατήσεις κακία και με πληγώσεις με δίκοπες μαχαιριές, που ανοίγουν αγιάτρευτες πληγές. Σκέψου, είμαι ο πατέρας σου και νιώθω απέραντη αγάπη για σένα και θέλω μόνο το καλό σου. Θα το ανακαλύψεις αυτό, αν σκύψεις μέσα σου για να μάθεις την αλήθεια.

Αν μια μέρα πέσω στο κρεβάτι του πόνου ανήμπορος, μη με αφήσεις μονάχο σε ξένα χέρια και πεθάνω από μοναξιά. Το μικρό σου χάδι στα χιονισμένα μου μαλλιά, θα είναι βάλσαμο και δυνατό γιατρικό. 

Κόρη μου, κομμάτι της ζωής μου. Τώρα που το τέλος της ζωής μου πλησιάζει, μη με αφήσεις να φύγω πληγωμένος, βοήθησέ με να τελειώσω τις μέρες μου με αγάπη και ευχαρίστηση. Ένας καλός λόγος, μια ζεστή αγκαλιά και ένα απαλό χέρι, θα είναι για μένα το μεγάλο κέρδος της ζωής και το ατίμητο αντάλλαγμα. Σαν καλός πατέρας, σου δίνω την ευχή μου εκ βαθέων. Να είσαι πάντα γερή, δυνατή και ευτυχισμένη. Και μην ξεχάσεις ποτέ πως σε αγάπησα και σε αγαπώ κόρη μου.    

Του Δημοσιογράφου – Συγγραφέα
Χρυσόστομου Πατούλα