Πριν από λίγες μέρες ο Κώστας Μήτρογλου ανακοίνωσε το αντίο του στο ποδόσφαιρο. Κάποιοι που δεν τον συμπαθούσαν ποτέ τους έγραψαν ότι ανακοίνωσε το τέλος μιας καριέρας που έχει ολοκληρωθεί εδώ και τρία – μπορεί και τέσσερα χρόνια πριν. Η αλήθεια είναι πως από τότε που ο Μήτρογλου έφυγε από την Μπενφίκα για να πάει στη Μαρσέιγ, από το 2017 δηλαδή, κάπου χάθηκε. Συνέχισε να βρίσκει συμβόλαια σε ομάδες (και μάλιστα σημαντικές) και το βιογραφικό του λάμπρυνε καθώς γράφει πως είναι ένας από τους λίγους έλληνες παίκτες – ο μόνος ίσως – που αγωνίστηκε σε συνολικά επτά χώρες! Το βιογραφικό του γράφει ότι έπαιξε σε ομάδες όπως η Μπενφίκα, η PSV, η Γαλατά – στην πραγματικότητα όμως μετά το 2017-18 όπου κι αν πήγε η προσφορά του είναι μικρή.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως τα όσα έκανε μέχρι τότε ήταν και λίγα. Και δυστυχώς δεν σημαίνει πως η φυγή του έγινε αιτία για να ανοίξει στην Εθνική ο δρόμος σε άλλους πιο άξιους. Ο Μήτρογλου συνέδεσε την παρουσία του στην Εθνική με πολλά. Η τελευταία προσφορά του ήταν ότι υπέγραψε την πρόκρισή της στα τελικά του Μουντιάλ του 2014: με δικά του γκολ η τότε ομάδα του Φερνάντο Σάντος απέκλεισε τους Ρουμάνους. Οταν αυτός αρχικά σταμάτησε να σκοράρει και στη συνέχεια σταμάτησε στην Εθνική να αγωνίζεται η ομάδα μας προκοπή δεν ξαναείδε. Οχι τυχαία δεν πήρε μέρος ξανά στα τελικά καμίας μεγάλης διοργάνωσης.

Μέτριοι

Ο Μήτρογλου δεν μας άφησε τον διάδοχό του και φυσικά δεν μπορούμε για αυτό να τον κατηγορήσουμε καθώς δεν ήταν ποτέ υποχρέωσή του. Το πρόβλημα είναι ότι το ποδόσφαιρό μας δεν βγάζει σέντερ φορ όπως ήταν αυτός – που θυμίζω πως μας ήρθε από τη Γερμανία. Τον διαδέχτηκαν στην Εθνική ο Παυλίδης, ο Γιακουμάκης και ο Ιωαννίδης. Ο Παυλίδης μας ήρθε κι αυτός από το εξωτερικό: το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο το υπέγραψε για την Μπόχουμ – σήμερα αγωνίζεται στην Ολλανδία.

Ο Γιακουμάκης για να χτίσει μια καριέρα πήγε κι αυτός στο εξωτερικό. Αφού πέταξε μερικά χρόνια στην ΑΕΚ, βρέθηκε στην Ολλανδία όπου έκανε πολλά και ωραία και σήμερα βρίσκεται στη Σκωτία. Ο Ιωαννίδης προβλέπω πως κι αυτός κάποια στιγμή θα πάει στο εξωτερικό: για την ώρα μπαίνει ως αλλαγή στα ματς του ΠΑΟ και βοηθάει. Και οι τρεις, ωστόσο, παρά τη μεγάλη τους θέληση και την αφοσίωσή τους στην Εθνική γκολ δεν βάζουν. Ο Παυλίδης δουλεύει πολύ για τους άλλους αλλά σπανίως φτάνει σε θέση βολής – το παιχνίδι του είναι το αντίθετο από αυτό του Μήτρογλου. Ο Ιωαννίδης το ίδιο: είναι κινητικός και γενναιόψυχος αλλά μέτριος σκόρερ. Ο Γιακουμάκης που γκολ βάζει, με την Εθνική έχει μια μάλλον κακή σχέση καθώς οι ομοσπονδιακοί προπονητές που τον καλούν δεν τον εμπιστεύονται: μπορεί να τύχει. Αυτό που δεν μπορεί να τύχει είναι να υπάρχει μια ομάδα που να σκοράρει πολύ χωρίς καλό σέντερ φορ.

Ιστορίες φορ

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Πρόσφατα είδαμε ένα Μουντιάλ που πρόκοψαν όσοι είχαν σέντερ φορ που βοήθησαν. Οι Αργεντινοί βρήκαν στην πορεία τον νεαρό Αλβαρεζ, παγκίτη στη Μάντσεστερ Σίτι αλλά έτοιμο να παίξει δίπλα στον Μέσι. Οι Γάλλοι με τον γερό Ζιρού σταθερότατο μέχρι να κουραστεί, και τους Μουνιέ και Τουράμ έτοιμους να μπουν να παίξουν δίπλα στον Εμπαπέ έπαιξαν τελικό κι ας μην είχαν τον Μπενζεμά που πέρυσι ήταν ο καλύτερος φορ της σεζόν.

Οι Κροάτες που είχαν τρία φορ (Λιβάγια, Κράμαριτς, Πέτκοβιτς) είδαν εκ περιτροπής ένα από αυτά να βοηθά τον Μόντριτς και τον Πέρισιτς κι έφτασαν πάλι στα ημιτελικά. Οσοι φορ δεν είδαν να κάνει τη διαφορά απέτυχαν. Οι Πορτογάλοι έμπλεξαν με τα νεύρα, τις τρέλες αλλά και την αφλογιστία του Ρονάλντο. Οι Αγγλοι είδαν τον καλό Χάρι Κέιν να αστοχεί σε πέναλτι στο ματς με τη Γαλλία. Στην Ολλανδία ο κρυφός φορ Χάπκο έβαλε πιο πολλά γκολ από τους κανονικούς φορ του Φαν Χάαλ. Οι Βραζιλιάνοι είδαν τον Ριτσάρλισον να βάζει ένα καταπληκτικό γκολ στην πρεμιέρα κόντρα στη Σερβία και μετά δεν τον ξαναείδαν ποτέ. Οι Πολωνοί ακόμα περιμένουν τον Λεβαντόφσκι. Οι Γερμανοί που φορ κανονικό δεν είχαν, τουλάχιστον δεν περίμεναν κανένα.

Ευνουχισμός

Τι συμβαίνει με τα σέντερ φορ; Κάτι πολύ απλό: τα ευνούχισαν τα περισσότερα οι προπονητές του καιρού μας. Τη δεκαετία του ’90 εξαφάνισαν τα «δεκάρια» παίζοντας οι πιο πολλοί με δυο ή τρεις κόφτες. Από τη στιγμή που έγινε μόδα το 4-2-3-1, τα «δεκάρια» επέστρεψαν, αλλά ο φορ, που βρίσκεται μόνος στην κορυφή της επίθεσης, σταμάτησε να κυνηγάει το γκολ κι όντας αβοήθητος, άρχισε να παίζει πολύ για τους συμπαίκτες που κινούνται στην πλάτη του. Τον παλιό καλό καιρό, οι ομάδες έπαιζαν πολύ για τα σέντερ φορ τους, είτε αγωνίζονταν με το κλασικό 4-4-2, είτε προτιμούσαν το πάντοτε επιθετικό 4-3-3. Σε κάθε περίπτωση ο σκοπός ήταν πάντοτε ένας: να υπάρξει ένα πλάνο ώστε ο βασικός κυνηγός να φτάσει σε θέση βολής. Μάλιστα τα χαρακτηριστικά του σέντερ φορ καθόριζαν και γενικά τον τρόπο ανάπτυξης της ομάδας. Δίπλα σε ένα βαρύ Καζιράγκι υπήρχε ένας τεχνίτης Ρομπέρτο Μπάτζιο, ικανός να τον τροφοδοτήσει. Αν υπήρχε μια κολώνα στην επίθεση (ο Μπίρχοφ π.χ.) τα εξτρέμ (ο Χέσλερ και ο Μέλερ) έπρεπε να σεντράρουν και να πατάνε περιοχή. Αν ο φορ ήταν ένας καλός πασέρ, τότε πλαισιώνονταν από επιθετικούς που μπορούσαν να πάρουν τις πάσες του και να σκοράρουν: ο Τρεζεγκέ έπαιζε πολύ για τους Ανρί και Πιρές κι ο Φαν Μπάστεν για τον Γκούλιτ και τον Μπέργκαμπ. Σήμερα υπάρχουν κυρίως νεροκουβαλητές. Οχι παίκτες σαν τον Μήτρογλου.

Πρόθυμοι

Ειδικά στην Ελλάδα συμβαίνει και κάτι άλλο: οι μικροί που έχουν τεχνική και ποιότητα ενθαρρύνονται από μπαμπάδες και προπονητές να παίζουν σε άλλες θέσεις της επίθεσης κι όχι εντός της περιοχής της. Βλέπετε οι ικανότητες του φορ φαίνονται όχι σε παράξενες στατιστικές αλλά σε κάτι απλό: στα γκολ. Στην Ελλάδα είναι εύκολο να κάνεις καριέρα ως επιθετικός ακόμα κι αν δεν σκοράρεις αρκεί να μην παίζεις σέντερ φορ. Θα βρεθούν πρόθυμοι δημοσιογράφοι να αναδείξουν άλλες σου ικανότητες: την ντρίπλα σου, την πάσα σου, τη δύναμή σου. Αυτά όταν παίζεις φορ μετράνε ελάχιστα: το βιογραφικό σου πρέπει να έχει γκολ. Οπως είχε του Μήτρογλου. Τον οποίο κατηγορούσαν ότι παίζει μόνο για το γκολ. Ενώ θα έπρεπε για αυτό να τον ευχαριστούν σε κάθε περίπτωση…


Πηγή