Η ΕΕ μπορεί να αποφύγει φέτος την ύφεση, αρκεί να λάβει σωστές αποφάσεις και να υιοθετήσει συντονισμένη δημοσιονομική στάση, δηλώνει ο επίτροπος για την Οικονομία Πάολο Τζεντιλόνι σε συνέντευξη που παραχώρησε στα «ΝΕΑ» και σε μικρή ομάδα ανταποκριτών ευρωπαϊκών εντύπων στις Βρυξέλλες.

Ο εξ Ιταλίας επίτροπος προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος του πληθωρισμού υφίσταται, συνιστώντας να αποφευχθεί ένα αρνητικό σπιράλ μισθολογικών αυξήσεων, ενώ σχετικά με την ευρωπαϊκή αντίδραση στον αμερικανικό νόμο «Μείωσης του Πληθωρισμού» δήλωσε ότι η ΕΕ δεν ξεκινά πόλεμο επιχορηγήσεων, αλλά χρειάζεται ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας με εθνικές πολιτικές και με κοινά εργαλεία, προβλέποντας ότι θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία για ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Κυριαρχίας τους επόμενους μήνες.

«Η οικονομική προοπτική δείχνει συρρίκνωση τον χειμώνα, ίσως μια ρηχή συρρίκνωση περισσότερο από μια βαθιά ύφεση, αλλά φυσικά αυτό το σενάριο εξαρτάται από τις πολιτικές μας, από το πώς θα διατηρήσουμε την ενότητά μας, πώς θα αντιμετωπίσουμε την πρόκληση της ανταγωνιστικότητας, πώς θα συμφωνήσουμε στους δημοσιονομικούς κανόνες, πώς χρησιμοποιούμε τις δυνατότητες του Ταμείου Ανάκαμψης» τόνισε ο κ. Τζεντιλόνι.

«Δεν λέω ότι δεν κινδυνεύουμε από ύφεση, αλλά ότι δεν προοριζόμαστε για ύφεση. Με σωστές αποφάσεις μπορούμε να περιορίσουμε τη συρρίκνωση σε δύο τρίμηνα και στη συνέχεια να επιστρέψουμε σιγά σιγά στην ανάπτυξη» είπε, τονίζοντας ότι είναι σημαντικό τα κράτη- μέλη και ειδικότερα οι χώρες με υψηλό χρέος να μειώσουν τις μόνιμες δημόσιες δαπάνες στήριξης έναντι της ενεργειακής κρίσης.

Οι μισθοί

«Κρίσιμη στιγμή θα έχουμε στο τέλος του πρώτου τριμήνου, οπότε σε ορισμένες χώρες λήγουν τα μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και στο προσχέδιο του προϋπολογισμού δεν περιλαμβάνεται παράταση μετά τους πρώτους μήνες του έτους» δήλωσε. Οπως είπε, θα πρέπει τα κράτη-μέλη να έχουν πιο στοχευμένα μέτρα. «Τα μέτρα μέχρι τώρα δεν ήταν στοχευμένα και το κόστος τους θα είναι μεγάλο αν παραταθούν για ολόκληρο το έτος, ενώ θα υπονομεύσουν τους στόχους της νομισματικής πολιτικής».

Σχετικά με τον πληθωρισμό είπε ότι «για να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο πληθωρισμού, ο οποίος δεν έχει τελειώσει, πρέπει να αποφύγουμε ένα σπιράλ μισθών και πληθωρισμού», συστήνοντας «προσοχή στην αναπροσαρμογή μισθών», αλλά ενθαρρύνοντας την αύξηση του κατώτατου μισθού, που διευκολύνεται πλέον από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή οδηγία.

Σχετικά με τις τιμές ενέργειας, ο κ. Τζεντιλόνι δήλωσε ότι «οι τιμές είναι χαμηλές, ακόμα πιο χαμηλές σε σχέση με το επίπεδο πριν από την έναρξη του πολέμου». Απέδωσε την εξέλιξη σε συνδυασμό μέτρων, συμπεριλαμβανομένου του πλαφόν στις τιμές, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι η τάση αυτή μπορεί να μην είναι εγγυημένη.

«Υπάρχουν μερικά μεγάλα «εάν», το ένα αφορά το άνοιγμα της κινεζικής οικονομίας και τις συνέπειες στις τιμές της ενέργειας, και του LNG, το δεύτερο και πιο δύσκολο το ότι πρέπει να γεμίσουμε τις αποθήκες για τον επόμενο χειμώνα».

Οσον αφορά τη μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που θα προταθεί από την Επιτροπή στο τέλος του πρώτου τριμήνου, είπε ότι «είναι ένα πιο στρατηγικό εργαλείο, που δεν αποσκοπεί μόνο στη διατήρηση των τιμών σε χαμηλά επίπεδα αλλά και στην ενθάρρυνση και την παροχή κινήτρων για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».

Οι σχέσεις ΗΠΑ – ΕΕ

Οσον αφορά την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, που θίγεται από τον αμερικανικό νόμο για τη Μείωση του Πληθωρισμού (IRA) ο κ. Τζεντιλόνι δήλωσε: «Θέλουμε να συζητήσουμε με τους αμερικανούς εταίρους μας, ξεκινώντας από το γεγονός ότι οι σχέσεις ΗΠΑ – ΕΕ είναι πολύ καλές τώρα συνολικά. Πρέπει να αντιδράσουμε αλλά όχι με τρόπους που δημιουργούν αποκλίσεις εντός της ΕΕ. Πρέπει να εργαστούμε για εθνική αλλά και κοινή ευρωπαϊκή απάντηση». Τασσόμενος υπέρ της αναθεώρησης των κανόνων κρατικών ενισχύσεων δήλωσε ότι δεν αρκούν.

«Εάν έχουμε μόνο χαλάρωση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, διατρέχουμε τον κίνδυνο να αυξήσουμε την απόκλιση» εντός της ΕΕ. «Μπορούμε να συνδυάσουμε την εθνική αντίδραση που μπορεί να ενθαρρύνει η μεταρρύθμιση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων με κοινά εργαλεία, τα οποία χρειάζονται κοινή χρηματοδότηση. Ηταν σημαντικό ότι η πρόεδρος της Κομισιόν αναφέρθηκε σε ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Κυριαρχίας, ένα από τα μεγάλα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν τις επόμενες εβδομάδες» τόνισε ο ευρωπαίος αξιωματούχος.

Θεωρεί ότι οι προτεραιότητες του Ταμείου αυτού θα πρέπει να είναι κοινά ευρωπαϊκά έργα και στρατηγικές προτεραιότητες. «Το πώς μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε αυτό το νέο κοινό Ταμείο δεν είναι εύκολο» παραδέχθηκε, τονίζοντας πάντως ότι από την πλευρά του το υποστηρίζει σθεναρά. «Υπάρχουν ορισμένοι τομείς που χρειάζονται έργα και χρηματοδότηση από κοινού. Εάν αυτό αναγνωριστεί, είναι δυνατή μια συμφωνία τους επόμενους μήνες».

Οπως είπε, ένα από τα θέματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι και η ισορροπία μεταξύ δανείων και επιχορηγήσεων, που θα περιλαμβάνει το Ταμείο. Προέβλεψε πάντως ότι η συζήτηση θα είναι δυσκολότερη στο σκέλος των έργων που χρηματοδοτούνται από κοινού. «Εάν εντοπίσουμε προτεραιότητες και στόχους, τομείς όπου η ευρωπαϊκή διάσταση μπορεί να δώσει προστιθέμενη αξία, και στη συνέχεια επικεντρωθούμε στην κοινή χρηματοδότηση, σε δεύτερη στιγμή, τότε όλη αυτή η συζήτηση είναι πιο εύκολη» είπε, σημειώνοντας επίσης ότι «πρέπει να αντισταθμίσουμε με κοινή πρωτοβουλία τις εθνικές παρεμβάσεις για να εξισορροπήσουμε τη διαφορά μεταξύ μεγάλων και μικρότερων χωρών».

Για τις επιδοτήσεις

Επανερχόμενος στο ζήτημα της ευρωπαϊκής απάντησης στον αμερικανικό IRA ο κ. Τζεντιλόνι ξεκαθάρισε: «Δεν ξεκινάμε πόλεμο επιδοτήσεων. Θα είναι λάθος και δεν πάμε προς αυτή την κατεύθυνση. Προσπαθούμε να απαντήσουμε με τη δική μας εθνική και κοινή στήριξη στην ανταγωνιστικότητά μας. Λέμε στις ΗΠΑ εάν υπάρχει περιθώριο τροποποίησης της εφαρμογής του νόμου σε ορισμένους τομείς. Δεν θα αντιδράσουμε με δασμούς αλλά με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς μας».

Σχετικά με την πορεία του ζητήματος της αναθεώρησης των δημοσιονομικών κανόνων, είπε: «Εργαζόμαστε για να καταθέσουμε νομοθετικές προτάσεις πριν από την άνοιξη. Η αναθεώρηση χρειάζεται κάποια στοχευμένη και περιορισμένη νομοθετική αλλαγή, αλλά η συζήτηση συνεχίζεται. Δεν έχουμε ακόμη μια γενική συμφωνία, αλλά ελπίζω ότι μπορούμε να καταλήξουμε σε αυτή τη συμφωνία». Εάν δεν υπάρξει δραματική εξέλιξη, «η γενική ρήτρα διαφυγής θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος αυτού του έτους και πρέπει να προσανατολίσουμε τις εθνικές κυβερνήσεις το καλοκαίρι για τον προϋπολογισμό του 2024. Μια συμφωνία θα είναι απαραίτητη».

Έντυπη έκδοση «ΤΑ ΝΕΑ»


Πηγή