Στην κορυφή της επικαιρότητας για έβδομη ημέρα βρίσκεται το ζήτημα των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του Βρετανικού Μουσείου σχετικά με τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Αν και η είδηση είχε αποκαλυφθεί από τις σελίδες των «ΝΕΩΝ» στις 3 Δεκεμβρίου και το ρεπορτάζ του Γιάννη Ανδριτσόπουλου, επανήλθε δυναμικά στον διεθνή Τύπο, και κυρίως στον βρετανικό, που επιβεβαιώνει πως οι συνομιλίες των δύο πλευρών έχουν προχωρήσει πολύ και πως αναζητούνται λύσεις ώστε να ξεπεραστούν οι κόκκινες γραμμές τόσο της Ελλάδας – που δεν αναγνωρίζει την κυριότητα των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο και κατά συνέπεια δεν αποδέχεται το καθεστώς του δανεισμού – όσο και του Μουσείου που βάσει του ισχύοντος νόμου δεν μπορεί να παραχωρήσει αντικείμενα από τις συλλογές του. Η λύση φαίνεται πως θα δοθεί μέσω υβριδικού τύπου συμφωνίας, σύμφωνα με δημοσίευμα του χθεσινού φύλλου του «Βήματος». Εκτιμάται ότι θα εφαρμοστεί το πλαίσιο ενός είδους πολιτιστικής ανταλλαγής, που θα προβλέπει την περιοδική αποστολή αρχαιοτήτων από ελληνικά μουσεία στο Βρετανικό σε αντάλλαγμα της αποστολής Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα.

Η συμφωνία μάλιστα φέρεται να είναι σε τόσο προχωρημένο στάδιο που, βάσει πληροφοριών του «Βήματος», δεν αποκλείεται η ανακοίνωσή της να γίνει στις 6 Μαρτίου, ημερομηνία θανάτου της Μελίνας Μερκούρη, η οποία έχει οριστεί από την UNESCO ως Παγκόσμια Ημέρα Πολιτισμού.

«Η διεθνής κοινότητα απαιτεί το αριστουργηματικής τέχνης δημιούργημα να επανενωθεί, εν τω συνόλω του, στην Αθήνα, στο Μουσείο της Ακρόπολης. (…) Η επίτευξη μιας συμφωνίας για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών στη γενέθλια γη είναι δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη. Απαιτείται καθορισμός αρχών και πλαισίου, επίγνωση της «κόκκινης γραμμής» και προσήλωση στον εθνικό μας στόχο. Χαρακτηριστικά που διαθέτει απολύτως η κυβέρνηση», τονίζει μεταξύ άλλων σε άρθρο της στο «Βήμα» η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη. Αν και η διεθνής κινητικότητα στον Τύπο μαρτυρά πως για πρώτη φορά φαίνεται πως το αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα που υπέβαλε πριν από ακριβώς τέσσερις δεκαετίες η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO για την Πολιτιστική Πολιτική στο Μεξικό, βρίσκει μια ουσιαστική ανταπόκριση από τη βρετανική πλευρά, υπάρχουν τα εκκρεμή ερωτήματα, για τα οποία προφανώς αναζητούνται λύσεις.

Για πόσο χρονικό διάστημα θα έρθουν στην Αθήνα; Θα υιοθετηθεί μια συμφωνία όπως η αρχική για το θραύσμα Fagan που ταξίδεψε από το Παλέρμο και προέβλεπε παραμονή του τμήματος της ανατολικής ζωφόρου για οκτώ χρόνια ως μακροχρόνια κατάθεση (deposito); Θα προτιμηθεί μια λύση όπως η δεύτερη φάση της συμφωνίας με την Ιταλία, που προβλέπει την παραμονή του σε μόνιμη βάση (sine die) στο Μουσείο Ακρόπολης; Στο ρεπορτάζ του «Βήματος» καθίσταται σαφές ότι «η βρετανική πλευρά επιμένει να υπάρξει ρητή δέσμευση της Ελλάδας ότι τα Γλυπτά θα επιστρέψουν στο Βρετανικό Μουσείο μετά τη λήξη της συμφωνημένης περιόδου».

Πρόκειται, εξάλλου, για μοναδικά αριστουργήματα της κλασικής γλυπτικής και η μετακίνησή τους είναι δύσκολη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το βάρος κάθε μίας από τις πλάκες της ζωφόρου ζυγίζει περίπου 1 τόνο, ενώ από 800 έως 1.200 κιλά κυμαίνεται το βάρος μιας μετόπης. Η εξέχουσα σημασία τους αλλά και το κόστος που θα έχει μια τέτοια μεταφορά δεν επιτρέπει την έννοια της «εκ περιτροπής» αποστολής. Σημαντικός παράγοντας είναι και σε τι ποσοστό θα επαναπατριστούν τα βίαια αποσπασθέντα από τον λόρδο Ελγιν τμήματα του γλυπτού διακόσμου του Παρθενώνα, με δεδομένο ότι στο Βρετανικό Μουσείο βρίσκεται περίπου το 50% των Γλυπτών.

Τα «ανταλλάγματα»

Μια ακόμη παράμετρος είναι το θέμα των «εγγυήσεων» που θέτει η εφημερίδα «Telegraph» ή τα «ανταλλάγματα» που αναφέρθηκαν σε άλλα δημοσιεύματα. Η ιδέα της οργάνωσης περιοδικών εκθέσεων με σημαντικές ελληνικές αρχαιότητες στην περίπτωση επαναπατρισμού των Γλυπτών δεν είναι καινούργια. Εχει πέσει στο τραπέζι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Οπως δεν είναι καινούργια η εμμονή των Βρετανών να ζητούν συγκεκριμένες αρχαιότητες, όπως η χρυσή νεκρική προσωπίδα του Αγαμέμνονα, η οποία είχε αναφερθεί ξανά, το προηγούμενο καλοκαίρι, σε δημοσίευμα των «Times», μαζί με τον μαρμάρινο παίδα του Κριτίου, ενώ τώρα στο επίκεντρο των «ανταλλαγμάτων» βρέθηκε ο Τζόκεϊ του Αρτεμισίου.

Παρά τις κατά καιρούς συζητήσεις περί κατάρτισης καταλόγου «αμετακίνητων» αρχαιοτήτων, δηλαδή μη δανειζόμενων, «ουδέποτε έχει εκδοθεί σχετική εκτελεστή διοικητική πράξη από τα αρμόδια όργανα του υπουργείου Πολιτισμού και ως εκ τούτου δεν υφίσταται σχετική διοικητική δέσμευση», σύμφωνα με δήλωση της υπουργού Πολιτισμού στη Βουλή. Οπότε ως μοναδική δικλίδα ασφαλείας για να μη βρεθούν με φύλλο πορείας πολύτιμες, αλλά ευάλωτες, αρχαιότητες, είναι η γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, η οποία δεν είναι δεσμευτική για την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ.

Ένα ακόμη ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιο λόγο έναν μήνα μετά την αποκάλυψη των «ΝΕΩΝ» περί των συνομιλιών προς επίτευξη συμφωνίας ξεκίνησε μπαράζ δημοσιευμάτων κυρίως στη Βρετανία.

Ενα σενάριο σχετίζεται με την πιθανότητα όντως η συμφωνία να βρίσκεται προ των πυλών και πριν από τη δημοσιοποίησή της η Βρετανία να επιλέγει την τακτική των διαρροών στον Τύπο για να σφυγμομετρήσει τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης.

Η κινητικότητα αυτή θα μπορούσε να συνδέεται και με το Rosetta Project, το σχέδιο ανακαίνισης αιθουσών του Βρετανικού Μουσείου ύψους 1 δισ στερλινών – μεταξύ αυτών και της Duveen Gallery όπου εκτίθενται τα Γλυπτά του Παρθενώνα και στην οποία έχουν εντοπιστεί πολλά προβλήματα – που αναμένεται να ανακοινωθεί την προσεχή άνοιξη.

Οι κλειστές – έστω και τμηματικά – αίθουσες του μουσείου προσφέρουν την ευκαιρία στο ίδρυμα να κάνει μια κίνηση καλής θέλησης προς τη χώρα μας και όταν ολοκληρωθούν οι εργασίες είτε να πάρει τα Γλυπτά πίσω, είτε να εγκαινιάσει τους ανακαινισμένους χώρους του με αρχαία ελληνικά αριστουργήματα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ


Πηγή