Ξημέρωνε 23 του Νοέμβρη του 1976. Εκείνο το πρωινό, το χωριό Μεταξάς, ψηλά πάνω από την Κοζάνη, ξύπνησε από το χιόνι που έπεφτε μαλακά και σιωπηλά μέσα στη νύχτα. Η ώρα ήταν περασμένες εννιάμιση πια, όταν οι λίγοι κάτοικοι του χωριού, που αχνίζει εκεί στα 1060 μέτρα στα Καμβούνια, είχαν πιει τον ζεστό καφέ τους κι ήταν έτοιμοι να βγουν να γυρέψουν τα ζωντανά τους. Το χιόνι πύκνωνε κι ο αέρας έπιασε να μαστιγώνει ανελέητα το βουνό και τους ανθρώπους. Τότε ήταν που ακούστηκε ένας θόρυβος δυνατός σαν έκρηξη από βόμβα αεροπλάνου.

Οι Μεταξιώτες βγήκαν στα πλακόστρωτα τυλιγμένοι στις χοντρές κάπες τους και κοίταξαν τον ουρανό. Τρόμαξαν. Και τρόμαξαν πιο πολύ όταν άκουσαν να λένε κάποιοι που κατάλαβαν ή που είχαν κάτι ξεχωρίσει μέσα στη χιονοθύελλα: «Αεροπλάνο έπεσε στο βουνό»!
Δεν έμεινε άνθρωπος σε σπίτι μέσα, άνθρωπος που μπορούσε να σκαρφαλώσει με ό,τι μέσο είχε στο Φλάμπουρο, την κορυφή πάνω από το χωρίο. Και σαν έφτασαν όλοι εκείνοι στη ράχη του βουνού, αυτό που γέμισε τα μάτια τους ήταν ο όλεθρος και το θανατικό.

Ένα αεροπλάνο ήταν τρία κομμάτια πάνω στη χιονισμένη πλαγιά. Άνθρωποι καίγονταν ένα γύρω. Η μυρουδιά της καμένης σάρκας έλιωνε το χιόνι… Οι εικόνες θα στοιχειώσουν το χωριό, που κι αν είχε δει στην ιστορία του θανάτους και καταστροφές;

Με τους κατοίκους ανέβηκαν κι οι χωροφύλακες και μετά οι στρατιώτες κι όταν κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε ζωντανός άνθρωπος να σώσουν, ανέβηκαν οι χωροφύλακες έμειναν για να φυλάνε οπλισμένοι τους νεκρούς μην και τους φάνε τα αγρίμια. Το κρύο έφτασε και 10 βαθμούς κάτω από το μηδέν! Και την επόμενη μέρα ήρθε η «φωτιά» της αναγνώρισης των σορών. Οι νεκροί ήταν οι πιο πολλοί φοιτητές, φαντάροι, όλοι τους νέα παιδιά μια νιόνυφη, ένας πατέρας που ταξίδευε να γνωρίσει το νεογέννητο παιδί του, δυο νεαρές τραγουδίστριες που πήγαιναν στην Κοζάνη για δουλειά… Όλοι μαζί με το πλήρωμα 50 άνθρωποι. Ο πιλότος έμπειρος στα πολεμικά αεροπλάνα, αλλά…

Λόγω έλλειψης ραδιοβοηθημάτων!

Τι είχε γίνει; Στον Μεταξά το μάθανε από τις εφημερίδες: «Αεροπλάνο της Ολυμπιακής Αεροπορίας με την ονομασία «Νήσος Μήλος», που εκτελούσε το τακτικό δρομολόγιο Αθήνα – Λάρισα – Κοζάνη, κατέπεσε στην περιοχή των Καμβουνίων στα 1300 μέτρα υψόμετρο, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους και οι 46 επιβαίνοντες. Στην περιοχή επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην τραγική κατάληξη της πτήσης, όπως και ο ανεπαρκής τεχνικός εξοπλισμός του αεροδρομίου της Κοζάνης. Το μοιραίο αεροσκάφος ήταν τύπου YS-11, ελικοφόρο, ιαπωνικής κατασκευής, από τα κορυφαία της εποχής του για σύντομες εσωτερικές πτήσεις. Με κυβερνήτη τον Κωνσταντίνο Σκιαδά, έμπειρο πιλότο με προϋπηρεσία σε πολεμικά αεροσκάφη, ξεκίνησε στις 8:35 το πρωί από το αεροδρόμιο του Ελληνικού για την τακτική πτήση ΟΑ830, με προορισμό την Κοζάνη και ενδιάμεσο σταθμό τη Λάρισα. Η αρχή της τραγωδίας γράφτηκε πάνω από τη Λάρισα, όταν το αεροπλάνο δεν κατόρθωσε να προσγειωθεί, λόγω πυκνής ομίχλης και συνέχισε προς Κοζάνη. Στις 9:46 ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου έλαβε το τελευταίο σήμα του αεροπλάνου κι έδωσε οδηγίες στον πιλότο για την κατάσταση του καιρού, που δεν διέφερε από αυτόν της Λάρισας. Η πτήση γινόταν εξ όψεως λόγω έλλειψης ραδιοβοηθημάτων στο αεροδρόμιο της Κοζάνης. Έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του αεροπλάνου»…

Τα ματωμένα ίχνη τα βρήκαν πρώτοι οι κάτοικοι του Μεταξά, του χωριού που είχε γεννήσει τους Μπιτζιωταίους, τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης, αλλά και τον διαβόητο λήσταρχο Γιαγκούλα. Και την άλλη μέρα άρχισαν να μιλούν όλοι για τα προβήμτα: Ο ανεπαρκής έως ανύπαρκτος τεχνικόςς εξοπλισμό, όχι μόνο του αεροδρομίου της Κοζάνης, αλλά και πολλών ακόμη ελληνικών περιφερειακών αεροδρομίων. Τα «θα» των πολιτικών διαδέχτηκαν τις οιμωγές των συγγενών των θυμάτων. Και οι νεκροί, δεν έμαθαν ποτέ για τις ανεπάρκειες που τους άνοιξαν την πύλη του θανάτου.

Πηγή: ethnos.gr