Μέχρι τώρα η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δείχνουν να έχουν επιλέξει μια συγκεκριμένη τακτική ως προς τη διαχείριση των υποκλοπών. Από τη μια, προσπαθούν να χαράξουν διαχωριστική γραμμή απέναντι στον ορυμαγδό αποκαλύψεων που έχουν γίνει, μέσα από την επιμονή ότι «δεν υπάρχει τεκμηρίωση». Από την άλλη, προσπαθούν να μεταφέρουν το βάρος σε μια αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου, που θα δίνει διαβεβαιώσεις ότι κάτι τέτοιο δεν θα επαναληφθεί.

Σε αυτά μπορεί κανείς να υποθέσει και μια ολοένα και πιο έντονη υπόδειξη ότι ο Γρηγόρης Δημητριάδης θα είναι ο αποδιοπομπαίους τράγος, μέσα από μια προσπάθεια να παρουσιαστεί η όλη κατάσταση ως κατά βάση δική του πρωτοβουλία.

Η λογική του damage control

Είναι προφανές ότι όλα αυτά κινούνται μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο ενός damage control, μιας προσπάθειας να γίνει διαχείριση ενός κόστους, που θεωρείται όμως δεδομένο. Δηλαδή, υπάρχει επίγνωση ότι μια τόσο εκτεταμένη παρακολούθηση, ακόμη και εάν αποδοθεί απλώς και μόνο στον ζήλο ενός ανθρώπου που υπήρξε το δεξί χέρι του πρωθυπουργού για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν παύει να διαμορφώνει μια αντικειμενική συνθήκη πολιτικού κόστους και για τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Απλώς, φαίνεται ότι έχει κυριαρχήσει η αντίληψη ότι το κόστος είναι δεδομένο, όμως δεν είναι από μόνο του τόσο μεγάλο, ώστε να χρειάζονται πρωτοβουλίες που να προσπαθούν να δείξουν πραγματική αναμέτρηση με το πρόβλημα.

Η αντίληψη αυτή δείχνει να στηρίζεται σε μια σειρά από εκτιμήσεις. Η πρώτη είναι ότι τα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες δεν είναι κατεξοχήν τα θέματα δημοκρατίας και θεσμών, όσο τα ζητήματα της οικονομίας. Και εκεί όσο διατηρείται μια αναπτυξιακή δυναμική θα μπορεί η κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί μια πειστική πρόταση.

Η δεύτερη είναι ότι η Νέα Δημοκρατία δεν δείχνει να έχει μια ισχυρή επιπλέον πίεση από τα δεξιά που θα μπορούσε να απειλήσει με μετακίνηση σημαντική μερίδα ψηφοφόρων την ώρα που διατηρεί ένα σχετικά συμπαγές εκλογικό μπλοκ που δεν δείχνει να απειλείται με σημαντικά ρήγματα.

Και η τρίτη είναι ότι η υπόλοιπη αντιπολίτευση και ιδίως ο ΣΥΡΙΖΑ προφανώς και επενδύει σε αυτό το θέμα, όμως, δεν έχει κατορθώσει να διατυπώσει μια εναλλακτική πρόταση που θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικές μετακινήσεις ψηφοφόρων, την ώρα που η κατάσταση που διαμορφώνεται στο ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ μετά την εκλογή Ανδρουλάκη περιορίζει τη δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ να ελπίζει σε απόσπαση μεριδίου από εκείνη την κατεύθυνση.

Εάν σε αυτό προσθέσουμε ότι σε προεκλογική περίοδο και με τη Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση, δύσκολα μπορεί να μετασχηματιστεί η όποια κρίση εμπιστοσύνης σε μια ευρεία εσωκομματική αμφισβήτηση του πρωθυπουργού, τουλάχιστον στον βαθμό που η ΝΔ δεν έχει μια παράδοση «ανακτορικών πραξικοπημάτων» όπως π.χ. αυτή του βρετανικού συντηρητικού κόμματος, που έχει μακρά ιστορία εκπαραθύρωσης πρωθυπουργών που θεωρήθηκαν εκλογικές επισφάλειες.

Όλα αυτά συντείνουν σε μια τακτική που δεν θα δίνει τις απαντήσεις στα ζητήματα που αναδύονται, θα προσπαθεί να μετακινήσει τη συζήτηση σε ευνοϊκότερα πεδία, κυρίως αυτό της οικονομίας, θα επικαλείται τη σταθερότητα και θα προσπαθεί να πλασαριστεί όσο το δυνατόν καλύτερα στον εκλογικό μαραθώνιο, δηλαδή εμφανή πρωτιά στις πρώτες εκλογές ώστε να γίνει πιο εκβιαστικός ο τόνος στις δεύτερες.

Τα ρίσκα που μπορούν να ακυρώσουν τον κυβερνητικό υπολογισμό

Μόνο που αυτή η τακτική έχει όρια και πραγματικούς κινδύνους. Ο πρώτος έχει να κάνει με μια υποτίμηση του πώς μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο το ζήτημα των υποκλοπών με όρους επικαθορισμού της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος.

Γιατί όσο ισχύει ότι ζητήματα που αφορούν την οικονομία και την ενεργειακή κρίση θα παίξουν τον μεγαλύτερο ρόλο στις αποφάσεις των ψηφοφόρων, άλλο τόσο ισχύει ότι η σχέση εκπροσώπησης ανάμεσα σε κόμματα/πολιτικούς και εκλογικό σώμα είναι αρκετά πιο σύνθετη. «Πατάει» πάνω στην οικονομία αλλά οικοδομείται και πάνω σε μια σχέση εμπιστοσύνης.

Οι υποκλοπές υπονομεύουν αυτή την όποια αίσθηση εμπιστοσύνης και ακόμη και σε εποχές που στην κοινωνία κυριαρχεί μια «κυνική» αίσθηση ότι «όλοι παρακολουθούν όλους», η έμπρακτη απόδειξη ότι αυτό συμβαίνει (σαν το παιδί στο παραμύθι που όντως κραυγάζει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός), μπορεί να οδηγήσουν σε πραγματική κρίση νομιμοποίησης. Ίσως, όχι καθολική, αλλά αρκετά μεγάλη για να επηρεάσει πολιτικούς συσχετισμούς.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο, εάν αναλογιστούμε μία παράμετρο ακόμη: ότι η οικονομία συνεχίζει να δίνει κάποια θετικά μηνύματα, κυρίως ως προς τους αναπτυξιακούς ρυθμούς, δεν αναιρεί ότι και εκεί υπάρχουν προβλήματα. Ο πληθωρισμός ήδη αρχίζει να μετασχηματίζεται σε κοινωνικό πρόβλημα και βεβαίως για τα νοικοκυριά υπάρχει ο δύσκολος ορίζοντας ενός χειμώνα με πολύ ακριβό κόστος ενέργειας. Ακόμη χειρότερα, όλα αυτά εντάσσονται σε ένα φόντο επιδείνωσης και αβεβαιότητας της παγκόσμιας οικονομίας. 00 0030 111520221668512439

Οι υποκλοπές ακυρώνουν το αφήγημα της «σταθερότητας»

Πριν τις υποκλοπές η κυβέρνηση προφανώς υπολόγιζε να επενδύσει πολιτικά στο στοιχείο της «σταθερότητας», δηλαδή στη διαπίστωση ότι οι ψηφοφόροι προτιμούν να ξαναδώσουν εμπιστοσύνη σε αυτόν που ασκεί τη διακυβέρνηση, εάν δεν χρεώνεται μεγάλες αποτυχίες, κυρίως γιατί φαντάζει ως «δοκιμασμένη λύση». Όμως, οι υποκλοπές έρχονται και κλονίζουν ή έστω υπονομεύουν κάπως αυτή τη δυνατότητα της κυβέρνησης ακριβώς γιατί ως ζήτημα αναιρούν την εικόνα της σταθερής και ασφαλούς διακυβέρνησης μέσα σε μια περίοδο κρίσης, τουλάχιστον στα μάτια ενός τμήματος του εκλογικού σώματος.

Και εδώ πρέπει να έχουμε ότι το εκλογικό σώμα είναι κάτι το εξαιρετικά σύνθετο. Όντως, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι τα ζητήματα θεσμών αφορούν ένα συγκεκριμένο τμήμα του, πιο μορφωμένο ίσως, ή με μεγαλύτερη ενασχόληση με τη δημόσια σφαίρα, την ώρα που άλλα τμήματα του κινούνται είτε με πιο υπολογιστικούς είτε με πιο ιστορικούς όρους. Όμως, έχει σημασία κάποιες φορές το πώς αντιδρούν ακόμη και σχετικά μειοψηφικά τμήματα με αυξημένη, όμως, παρέμβαση στο πώς διαμορφώνεται ένα κλίμα. m m057651667893072

Πώς οι υποκλοπές επιτρέπουν στην αντιπολίτευση να παρουσιάσει εναλλακτική

Σε όλα αυτά προστίθεται ένα στοιχείο ακόμη: ένα από τα ισχυρά σημεία μέχρι πρότινος του πρωθυπουργού και της στρατηγικής του, ήταν η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να δώσει την αίσθηση ότι έχει μια επεξεργασμένη εναλλακτική στρατηγική πρόταση, αυτή η εντύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επεξεργαζόταν σχέδιο διακυβέρνησης, με το προγραμματικό βάθος που αυτό θα συνεπαγόταν, αλλά κυρίως επένδυσε σε μια στρατηγική «ώριμου φρούτου».

Ανάλογα, θα έλεγε κανείς και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει δώσει περιεχόμενο και βάθος στο αίτημα μιας νέας σοσιαλδημοκρατικής πρότασης. Η κατάσταση επέτρεπε να φαντάζει ένα κόμμα πιο «συνεκτικό».

Όμως, οι υποκλοπές έρχονται και εν μέρει προσφέρουν στην αντιπολίτευση την ευκαιρία να οριοθετηθεί ως εναλλακτική πρόταση τουλάχιστον ως προς ένα ορισμένο ήθος και ύφος άσκησης πολιτικής. Κοντολογίς, της επιτρέπουν να βρει μια «μετωνυμία» ως προς το πώς ορίζει την αλλαγή.

Άλλωστε, υπάρχει μια παράμετρος ακόμη. Η πολιτική κυριαρχία της ΝΔ δεν είχε ποτέ τα χαρακτηριστικά που είχε η κυριαρχία των κομμάτων στη «χρυσή εποχή» του δικομματισμού. Και γι’ αυτό δεν ήταν και ποτέ «ηγεμονική», ακόμη και εάν διαμορφωνόταν αυτή η ψευδαίσθηση στη δημόσια σφαίρα.

Το βασικό της στήριγμα ήταν ότι δεν υπήρχε μια αντίπαλη δυναμική, κυρίως λόγω της στρατηγικής αμηχανίας του ΣΥΡΙΖΑ και σε διαφορετικό επίπεδο του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ. Στην πρώτη μεταμνημονιακή φάση, αυτό μπορούσε να λειτουργήσει. Όμως, αυτή έκλεισε βίαια στη συγκυρία που διαμορφώνει ο πόλεμος, ο πληθωρισμός και η ενεργειακή κρίση. Μια νέα κατάσταση διαμορφώνει και νέους όρους για το τι μπορεί να είναι ηγεμονικά αποτελεσματικό.


Πηγή